inr.gr


Ελληνική Βιομηχανία

Ανάκτηση μεριδίου αγοράς επιδιώκει το 2017 η αλευροβιομηχανία Μύλοι Λούλη



Την ανάκτηση του μεριδίου αγοράς στα άλευρα βιομηχανικής χρήσης, που προφανώς απώλεσε το 2016, επιδιώκει μεταξύ άλλων κατά το 2017 η εταιρεία Μύλοι Λούλη, ιστορική και μεγαλύτερη -με σημαντική διαφορά από τους ανταγωνιστές της- ελληνική αλευροβιομηχανία.

Σύμφωνα με την ετήσια οικονομική έκθεση του διοικητικού της συμβουλίου, η επιχείρηση επιδιώκει εφέτος στην ισχυροποίηση της θέσης της στην αγορά με τη διασφάλιση και την αύξηση των μεριδίων της, εκτιμώντας ότι έχει τις δυνατότητες να επιτύχει τον στόχο της, αφού τα προηγούμενα χρόνια υλοποίησε σημαντικές επενδύσεις και οι βιομηχανικές μονάδες της είναι άκρως ανταγωνιστικές.

Με σκοπό να ενισχύσει την χρηματοοικονομική θέση της προχώρησε άλλωστε, στα τέλη του 2016, σε συμφωνίες λήψης δυο δανείων συνολικού ύψους 40 εκατ. ευρώ και πενταετούς διάρκειας, με συντονίστρια και διαχειρίστρια τράπεζα την Alpha Bank και ομολογιούχους δανειστές τις τράπεζες Alpha, Eurobank, European Bank for Reconstruction and Development και Εθνική, για την αναχρηματοδότηση του δανεισμού της και τη χρηματοδότηση γενικών επιχειρηματικών σκοπών της.


Το 2016 ενίσχυσε τη θέση της στην εγχώρια αγορά συσκευασμένων αλεύρων για το καταναλωτικό κοινό.

Η Μύλοι Λούλη συστάθηκε ως Α.Ε. το 1927, αποτελώντας διάδοχο σχήμα επιχειρηματικής δραστηριότητας στην αλευροποιία που ξεκίνησε το 1782 και έλαβε σύγχρονη εταιρική νομική μορφή το 1914. Διαθέτει δυο επιλιμένιες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες στη Σούρπη Μαγνησίας και στο Κερατσίνι Αττικής. Παράγει και εμπορεύεται άλευρα από άλεση σίτου, αλλά και σίκαλης, καλαμποκιού και κριθαριού. Συγκεκριμένα, παράγει 120 τύπους αλεύρων-σιμιγδαλιών και μείγματα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής για 5.000 περίπου αρτοποιούς και ζαχαροπλάστες, βιομηχανίες και βιοτεχνίες τροφίμων. Επίσης, παράγει ευρεία ποικιλία επώνυμων προϊόντων για το καταναλωτικό κοινό, κυρίως με το σήμα «Μύλοι Αγίου Γεωργίου Loulis», σε διάφορες συσκευασίες. Λειτουργεί κέντρα διανομής στη Μαγνησία, την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα.

Η μονάδα της Μαγνησίας εκσυγχρονίστηκε το 2001, τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 2003 και περιλαμβάνει επιλιμένιο μύλο, επτά γραμμές παραγωγής, ημερήσια δυναμικότητα άλεσης 1.000 τόνων, σιλό δημητριακών 55.000 τόνων, βιολογικό μύλο, παραδοσιακό πετρόμυλο, λιμάνι για ταυτόχρονη φορτοεκφόρτωση τεσσάρων πλοίων, σιλό αλεύρων 5.000 τόνων, επίπεδες αποθήκες χωρητικότητας 3.000 τόνων, χημείο, πειραματικό αρτοποιείο και τμήμα τεχνικής υποστήριξης επαγγελματιών αρτοποιών. Η δεύτερη μονάδα, στον όρμο του Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι, περιλαμβάνει αλευρόμυλο ημερήσιας δυναμικότητας άλεσης 300 τόνων, σιλό δημητριακών 21.000 τόνων, λιμάνι για φορτοεκφόρτωση σιτηρών 140 τόνων ανά ώρα, σιλό αλεύρων 3.500 τόνων, επίπεδες αποθήκες χωρητικότητας 3.000 τόνων, εργαστήρια και πειραματικό αρτοποιείο.

Η επιχείρηση εξάγει μέρος των προϊόντων της στις χώρες Αίγυπτος, Αλβανία, Κύπρος, π.Γ.Δ.Μ., Ρωσία και Τυνησία.

Σύμφωνα με τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, η εταιρεία, από κοινού με τις θυγατρικές της, το 2016 κατέγραψε ενοποιημένα έσοδα 101,33 εκατ. ευρώ, αντί 104,96 εκατ. ευρώ το 2015, μειωμένα κατά 3,5% σε ποσοστό και 3,63 εκατ. ευρώ σε αξία.

Οι πωλήσεις της αφορούσαν κατά 82,49 εκατ. ευρώ (81,4%) άλευρα βιομηχανικής-επαγγελματικής χρήσης, 14,04 εκατ. ευρώ (13,9%) άλευρα για το καταναλωτικό κοινό και κατά το υπόλοιπα 4,80 εκατ. ευρώ (4,7%) μείγματα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής και λοιπές, συναφείς δραστηριότητες. Επίσης, οφείλονται κατά 8% (8,08 εκατ. ευρώ) σε προϊόντα που διατέθηκαν στη διεθνή αγορά. Οι πωλήσεις της επί ελληνικού εδάφους (93,25 εκατ. ευρώ) μειώθηκαν 2,7%, ενώ οι διεθνείς πωλήσεις μειώθηκαν 11,8%. Ακόμη, μειώθηκαν οι πωλήσεις των βιομηχανικών-επαγγελματικών προϊόντων κατά 6,8%, ενώ αυξήθηκαν οι πωλήσεις των καταναλωτικών προϊόντων 9% και των λοιπών προϊόντων 29,7%.

Ο όγκος πωλήσεων βιομηχανικών-επαγγελματικών προϊόντων μειώθηκε 3,7%. Αντιθέτως, ο όγκος πωλήσεων καταναλωτικών προϊόντων αυξήθηκε 6,9%.

Ο όμιλος αξιοποίησε αποτελεσματικά την πτώση των τιμών του σίτου και άλλων πρώτων υλών και συμπληρωματικών υλών, καθώς και τη μείωση του κόστους ενέργειας, καταγράφοντας μεικτά κέρδη 25,14 εκατ. ευρώ έναντι μεικτών κερδών 19,98 εκατ. ευρώ το 2015, αυξημένα κατά 25,8% (+5,16 εκατ. ευρώ). Ο συντελεστής των μεικτών κερδών του διευρύνθηκε κατά 5,8 εκατοστιαίες μονάδες, από το 19% στο 24,8%.

Κατόπιν αυτού, σημείωσε κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) 11,23 εκατ. ευρώ έναντι αντίστοιχων κερδών 9,17 εκατ. ευρώ το 2015, ενισχυμένα κατά 22,4% (+2,06 εκατ. ευρώ). Η απόδοση των μέσων πάγιων και κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων του στη διάρκεια της χρήσης 2016 σε κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ανήλθε σε 6,8%, έναντι 5,5% τη χρήση 2015, ενώ το συνολικό ενεργητικό του στο τέλος της χρήσης ήταν ύψους 165,74 εκατ. ευρώ, μειωμένο κατά 0,4%.

Τα κέρδη του προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας, μετά τις αποσβέσεις και τις χρηματοοικονομικές δαπάνες, ανήλθαν σε 4,64 εκατ. ευρώ έναντι αντίστοιχων κερδών 3,15 εκατ. ευρώ το 2015 (+1,49 εκατ. ευρώ), ενώ μετά την πρόβλεψη για φόρους και την αφαίρεση των δικαιωμάτων μειοψηφίας τα κέρδη των μετόχων της εταιρείας ήταν ύψους 2,78 εκατ. ευρώ, έναντι αντίστοιχων κερδών 0,625 εκατ. ευρώ τo 2015 (+2,15 εκατ. ευρώ), ενισχυμένα κατά 47,1% και 344,3%, αντιστοίχως, καθώς η διεύρυνση των λειτουργικών κερδών συνοδεύτηκε από μειωμένη φορολογική επιβάρυνση, λόγω υψηλού αναβαλλόμενου φόρου τη χρήση 2015. Τα κέρδη του προ φόρων και αποσβέσεων ήταν ύψους 8,56 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη του προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας ανήλθαν σε 4,6% των πωλήσεων (3% το 2015) και ήταν ίσα προς το 5,2% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας και των λοιπών μετόχων του ομίλου στη διάρκεια της χρήσης.

Τα αποτελέσματα αυτά συμπεριλαμβάνουν αποσβέσεις 3,92 εκατ. ευρώ (3,76 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και χρεωστικούς τόκους και συναφή χρηματοοικονομικά έξοδα 2,64 εκατ. ευρώ (2,24 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα).

Τα αναπόσβεστα ενσώματα πάγια στοιχεία του στις 31.12.2016 ήταν ύψους 96,29 εκατ. ευρώ, έναντι 97,86 εκατ. ευρώ στις 31.12.2015. Για αγορές ενσώματων και άυλων παγίων η εταιρεία και οι θυγατρικές το 2016 διέθεσαν 1,91 εκατ. ευρώ, έναντι 2,52 εκατ. ευρώ το 2015, οπότε είχε αποκτηθεί το εμπορικό σήμα «KenFood» και είχε προστεθεί ακόμη μία γραμμή συσκευασίας καταναλωτικών προϊόντων στη μονάδα της Μαγνησίας.

Στις 31.12.2016 ο όμιλος βαρυνόταν με συνολικές τραπεζικές υποχρεώσεις της τάξεως των 34,26 εκατ. ευρώ, οι οποίες ήταν κατά 98,5% βραχυπρόθεσμες και μειωμένες σε ετήσια βάση κατά 3,8%. Εμφάνιζε θετικό κεφάλαιο κίνησης, καθώς η αξία του κυκλοφορούντος ενεργητικού του (68,28 εκατ. ευρώ) ήταν κατά 12,14 εκατ. ευρώ μεγαλύτερη της αξίας των πάσης φύσεως βραχυπρόθεσμων, απαιτητών εντός του επόμενου δωδεκαμήνου υποχρεώσεών του (56,14 εκατ. ευρώ). Τα ταμειακά του διαθέσιμα και ισοδύναμα ήταν ύψους 6,09 εκατ. ευρώ (5,77 εκατ. ευρώ στις 31.12.2015). Εμπράγματα βάρη ποσού 48 εκατ. ευρώ έχουν παραχωρηθεί για τη λήψη των νέων δανείων συνολικού ύψους 40 εκατ. ευρώ, που συμφωνήθηκαν στα τέλη του 2016.

Οι συνολικές πωλήσεις του ομίλου ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ τη χρονική περίοδο 2005-2016, δηλαδή στο διάστημα των δώδεκα αυτών ετών, ήταν ύψους 1,41 δισ. ευρώ. Τα συνολικά αποτελέσματά του προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ήταν κέρδη 146,8 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 10,4% των πωλήσεων και το 6,3% του μέσου όρου των απασχολουμένων κεφαλαίων της περιόδου. Κατά την ίδια περίοδο, το συνολικό αποτέλεσμά του προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας ήταν κέρδη 30,1 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 2,1% των πωλήσεων. Το αποτέλεσμα των μετόχων της εταιρείας μετά την πρόβλεψη για φόρους και την αφαίρεση των δικαιωμάτων μειοψηφίας ήταν κέρδη της τάξεως των 7,7 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 0,7% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της, καθώς οι χρήσεις 2006, 2008 και 2013 ήταν έντονα ζημιογόνες, κυρίως λόγω έκτακτων, μη επαναλαμβανόμενων δαπανών. Τα κέρδη του ομίλου προ φόρων και αποσβέσεων τα δώδεκα αυτά χρόνια ήταν ύψους 86,4 εκατ. ευρώ.

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο ο όμιλος κατέγραψε τις μεγαλύτερες πωλήσεις, ύψους 204 εκατ. ευρώ, το 2008, όταν ανήκαν σ' αυτόν και άλλες επιχειρήσεις, που εκποιήθηκαν. Κερδοφόρος ήταν τις οκτώ από τις δώδεκα χρήσεις. Η εταιρεία κατέγραψε τα μεγαλύτερα κέρδη μετά την πρόβλεψη για φόρους και τα δικαιώματα μειοψηφίας, ύψους 12,6 εκατ. περίπου ευρώ, το 2007. Τις μεγαλύτερες ζημιές μετά την πρόβλεψη για φόρους και τα δικαιώματα μειοψηφίας, ύψους 15,9 εκατ. περίπου ευρώ, κατέγραψε το 2008. Οι πωλήσεις του ομίλου το 2005, πριν εκποιήσει επιχειρήσεις-μέλη του, ήταν της τάξεως των 131,2 εκατ. ευρώ.

Η επιχείρηση έχει πρόεδρο τον Ν. Κ. Λούλη της οικογένειας των ιδρυτών και μετόχων της και αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ν. Σ. Φωτόπουλο. Στα τέλη του 2016 σε ενοποιημένη βάση απασχολούσε 243 εργαζόμενους, έναντι 240 τα τέλη του 2015. Διέθεσε το 2016 για αμοιβές διοικητικών - διευθυντικών στελεχών 0,75 εκατ. ευρώ, έναντι επίσης 0,75 εκατ. ευρώ το 2015. Τα ενοποιημένα κέρδη της προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) τη χρήση 2016 αντιστοιχούν σε 46.200 ευρώ ανά εργαζόμενο και τα κέρδη προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας σε 19.085 ευρώ ανά εργαζόμενο. Το 2016 προχώρησε σε μείωση μετοχικού κεφαλαίου και επιστροφή στους μετόχους της ποσού 1,03 εκατ. ευρώ.

Στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της περιελάμβανε με τη μέθοδο της ολικής ενοποίησης ή με τη μέθοδο της καθαρής θέσης τις ελληνικές εταιρείες μεταφορών Loulis Logistics Services με μερίδιο 99,7%, μειγμάτων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής Nutribakes (70%) και εκπαίδευσης Ελληνική Σχολή Αρτοποιίας (99,7%), τις κυπριακές Loulis International Foods Enterprises Bulgaria (100%), Lafco Leader Asian Food Company (100%) και Grinco Holdings (100%), καθώς και τη βουλγαρική Loulis Mel - Bulgaria (100%), η οποία ιδρύθηκε το 2016 με σκοπό τη συγκέντρωση και εμπορία δημητριακών. Επίσης, το 2016 ιδρύθηκε η Loulis Logistics Services.

Η μητρική εταιρεία ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ στα τέλη του 2016 απασχολούσε 225 εργαζόμενους, έναντι επίσης 225 τα τέλη του 2015. Κατέγραψε το 2016 πωλήσεις 96,54 εκατ. ευρώ (-4,8%), κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) 11,04 εκατ. ευρώ (+21,9%), κέρδη προ φόρων 4,59 εκατ. ευρώ (+52,3%) και μετά την πρόβλεψη για φόρους καθαρά κέρδη 2,90 εκατ. ευρώ (+394,2%). Ο συντελεστής των μεικτών κερδών της ανήλθε σε 24,7%, από 18,9% έναν χρόνο πριν. Στα ίδια κεφάλαιά της συμπεριλαμβάνονταν αφορολόγητα αποθεματικά 3,26 εκατ. ευρώ.

Οι συνολικές πωλήσεις της τη χρονική περίοδο 2005-2016, δηλαδή στο διάστημα των δώδεκα αυτών ετών, ήταν ύψους 1,05 δισ. ευρώ. Τα συνολικά αποτελέσματά της προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ήταν κέρδη 115,9 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 11% των πωλήσεων και το 5,8% του μέσου όρου των απασχολουμένων κεφαλαίων της περιόδου. Κατά την ίδια περίοδο, το συνολικό αποτέλεσμά της προ φόρων, ενισχυμένο με έσοδα από συγγενείς εταιρείες, ήταν κέρδη 39,2 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 3,7% των πωλήσεων και το 4,1% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της. Το αποτέλεσμά της μετά την πρόβλεψη για φόρους ήταν κέρδη 20,5 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 1,9% των πωλήσεων και το 2,1% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της. Οι πωλήσεις της τη χρήση 2005 ήταν της τάξεως των 67,5 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη της προ φόρων και αποσβέσεων τα δώδεκα αυτά χρόνια ήταν ύψους 78,9 εκατ. ευρώ.

Η επιχείρηση αναμένει για το 2017 ότι θα αναπτυχθεί ιδιαιτέρως στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας των μειγμάτων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, μέσω της θυγατρικής της NutriBakes.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ

www.inr.gr, 25 Απριλίου 2017























ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ                ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ                RSS