inr.gr


Ελληνική Βιομηχανία

Μέρισμα 8,2 εκατ. ευρώ διανέμει η βιομηχανία φαρμάκων Βιανέξ από τα κέρδη του 2016



Μέρισμα ύψους 8,24 εκατ. ευρώ, έναντι αντίστοιχου μερίσματος 6,27 εκατ. ευρώ πριν από ένα χρόνο και 23,17 εκατ. ευρώ που είχε διαθέσει το 2015 από τα κέρδη της χρήσης 2014 και παλαιότερων χρήσεων, διανέμει στους μετόχους της εφέτος, από τα κέρδη του 2016, η φαρμακοβιομηχανία ΒΙΑΝΕΞ.

Η επιχείρηση εμπορεύεται στην ελληνική αγορά ιδιοπαραγόμενα και αντιπροσωπευόμενα φάρμακα. Συγχρόνως, διαθέτει σε διεθνείς φαρμακευτικούς οίκους της Ευρώπης και των ΗΠΑ το μεγαλύτερο μέρος του όγκου των φαρμάκων που παράγει στα τέσσερα εργοστάσιά της στην Αττική και την Αχαΐα. Παράγει φάρμακα για λογαριασμό διεθνών οίκων τόσο για την ελληνική αγορά όσο και για την ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, καθώς και για ασιατικές αγορές.

Το 2016, σύμφωνα με τον 16ο ενοποιημένο ισολογισμό της, τα έσοδά της, συμπεριλαμβανομένου του claw back, ανήλθαν σε 259,17 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξεως του 11,5% (+26,69 εκατ. ευρώ). Εξαιρουμένου του claw back, ο καθαρός κύκλος εργασιών της ήταν ύψους 238,79 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 7,8% (+17,32 εκατ. ευρώ). Το 37,3% των προ του claw back εσόδων της (96,73 εκατ. ευρώ) προήλθε από τις βιομηχανικές δραστηριότητές της, 54,7% (141,65 εκατ. ευρώ) από εμπορικές και το υπόλοιπο 8% (20,79 εκατ. ευρώ) από παροχή υπηρεσιών.

Επίσης, το 83% των καθαρών εσόδων της (198,23 εκατ. ευρώ) προήλθε από τις εγχώριες πωλήσεις της, 10,2% (24,42 εκατ. ευρώ) από πωλήσεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και το υπόλοιπο 6,8% (16,13 εκατ. ευρώ) από πωλήσεις σε ασιατικές και αφρικανικές χώρες, καθώς η επιχείρηση διαθέτει ιδιοπαραγόμενα φάρμακα σε 35 άλλες χώρες και, κυρίως, στις χώρες Ακτή Ελεφαντιστού, Βιετνάμ, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ιαπωνία, Ιορδανία, Ισπανία, Κύπρος, Νότιος Αφρική, Ολλανδία, Σαουδική Αραβία, Σιγκαπούρη, Σουδάν, Τυνησία, Φιλιππίνες, καθώς και στην Ταϊβάν. Ειδικότερα οι πωλήσεις προς τις τρίτες, μη ευρωπαϊκές χώρες σημείωσαν αύξηση 29,3%.

Τα ενοποιημένα κέρδη της Βιανέξ προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) αυξήθηκαν κατά 29,3% (+3,55 εκατ. ευρώ) και ανήλθαν σε 15,68 εκατ. ευρώ, παρά την κάμψη του συντελεστή του μεικτού κέρδους της κατά 4,1 εκατοστιαίες μονάδες (20,9%, από 25% το 2015), καθώς τα λοιπά συνήθη έσοδα, που αφορούν κυρίως αμοιβές διεθνών οίκων για την παραγωγή φαρμάκων για λογαριασμό τους, αυξήθηκαν κατά 28,7% (+6,47 εκατ. ευρώ) και οι δαπάνες διάθεσης των προϊόντων (49,72 εκατ. ευρώ) συμπιέστηκαν κατά 4,3% (-2,24 εκατ. ευρώ). Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των δαπανών διοικητικής λειτουργίας ως ποσοστό των πωλήσεων και την καταγραφή αυξημένων έκτακτων εσόδων, οδήγησαν στην καταγραφή ενισχυμένων κατά 50,1% κερδών προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας, ύψους 12,28 εκατ. ευρώ (+4,10 εκατ. ευρώ).

Μετά την πρόβλεψη για φόρους και τα δικαιώματα μειοψηφίας τα καθαρά κέρδη της εταιρείας διαμορφώθηκαν σε 7,315 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 18,4% (+1,14 εκατ. ευρώ), καθώς υπερδιπλασιάστηκε η φορολογική επιβάρυνση των αποτελεσμάτων.

Τα αποτελέσματα επιβαρύνθηκαν με δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης νέων προϊόντων 1,74 εκατ. ευρώ (1,91 εκατ. ευρώ το 2015).

Η χρήση 2016 επιβαρύνθηκε με αποσβέσεις 1,42 εκατ. ευρώ (1,54 εκατ. ευρώ το 2015) και χρεωστικούς τόκους και συναφή χρηματοοικονομικά έξοδα 2,44 εκατ. ευρώ (2,50 εκατ. ευρώ το 2015).

Τα αποτελέσματα της χρήσης 2016, όπως και τα αντίστοιχα της χρήσης 2015, προκύπτουν από την εφαρμογή των τροποποιημένων ελληνικών λογιστικών προτύπων, βάσει του νόμου 4308/2014. Ορισμένα οικονομικά μεγέθη της χρήσης 2015, όπως ο καθαρός κύκλος εργασιών, επαναδιατυπώθηκαν, προκειμένου να είναι απολύτως συγκρίσιμα με εκείνα της χρήσης 2016.

Τα ενσώματα αναπόσβεστα πάγια στοιχεία της εταιρείας και των θυγατρικών της αυξήθηκαν το 2016 κατά 5,3% σε 32,11 εκατ. ευρώ, από 30,48 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, καθώς υλοποιήθηκαν νέες επενδύσεις προσθήκης παγίων στοιχείων. Για νέα, ολοκληρωμένα ενσώματα και άυλα πάγια στοιχεία η φαρμακοβιομηχανία και οι θυγατρικές της ΒΙΑΝ και Eldrug το 2016 δαπάνησαν 2,82 εκατ. ευρώ (4,56 εκατ. ευρώ το 2015), σε συνδυασμό με δαπάνη 0,33 εκατ ευρώ για προκαταβολές πάγιων στοιχείων υπό κατασκευή (1,33 εκατ. ευρώ το 2015).

Τα ίδια κεφάλαια του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων τρίτων, στις 31.12.2016 ανέρχονταν σε 34,22 εκατ. ευρώ (33,15 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και ήταν ίσα προς το 21,9% (20% έναν χρόνο πριν) του συνόλου των απασχολουμένων σε αυτόν κεφαλαίων, ύψους 156,22 εκατ. ευρώ (166,18 εκατ. ευρώ στις 31.12.2015).

Ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός του στις 31.12.2016 ανερχόταν σε 31,87 εκατ. ευρώ (36,73 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν), είχε μειωθεί κατά 13,4% (4,93 εκατ. ευρώ) και ήταν στο σύνολό του σχεδόν βραχυπρόθεσμος. Η αξία του κυκλοφορούντος ενεργητικού του (118,70 εκατ. ευρώ) ήταν κατά 11,07 εκατ. ευρώ μεγαλύτερη από την αξία των πάσης φύσεως βραχυπρόθεσμων, πληρωτέων εντός του 2017 υποχρεώσεών του (107,63 εκατ. ευρώ). Τα ταμειακά του διαθέσιμα και ισοδύναμα στις 31.12.2016 ανέρχονταν σε 3,19 εκατ. ευρώ (4,06 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν).

Η ΒΙΑΝΕΞ παράγει, εισάγει, συσκευάζει, προωθεί και διανέμει έναν μεγάλο αριθμό γνωστών φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που καλύπτουν διάφορες θεραπευτικές κατηγορίες, όπως αντιυπερτασικά, υπολιπιδαιμικά, αντιβιοτικά, αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη, αντιελκωτικά, αντικαρκινικά, αντιπαρκινσονικά και αντιεπιληπτικά, αντιγλαυκωματικά και οφθαλμολογικά, καθώς και εμβόλια. Συνεργάζεται με σημαντικούς φαρμακευτικούς οίκους της Ευρώπης (όπως η Sanofi Pasteur MSD), των ΗΠΑ (Merck & Co κ.ά) και της Ιαπωνίας (Takeda), με βάση συμφωνίες που διακρίνονται σε συμφωνίες παραγωγής και χρήσης σήματος κατόπιν αδείας (license agreements) για προϊόντα που παρασκευάζει ή και συσκευάζει και διαθέτει στην ελληνική αγορά, αποκλειστικής διανομής εισαγόμενων προϊόντων (distribution agreements) στην ελληνική αγορά, προμήθειας πρώτων υλών (supply agreements), παραγωγής προϊόντων τρίτων κατ' αποκοπή (facon, contract manufacturing), καθώς και φυσικής διανομής προϊόντων τρίτων κατ' αποκοπή (physical distribution agreements), που αφορά μόνο τη διανομή των προϊόντων.

Η μητρική εταιρεία ΒΙΑΝΕΞ το 2016, ολοκληρώνοντας την 45η οικονομική χρήση από την ίδρυσή της με την παρούσα νομική μορφή της, κατέγραψε πωλήσεις, συμπεριλαμβανομένου του claw back, ύψους 228,87 εκατ. ευρώ (+8,8% σε σύγκριση με το 2015). Εξαιρουμένου του claw back, οι πωλήσεις της ήταν ύψους 208,48 εκατ. ευρώ (+4,6%). Σημείωσε κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) 16,285 εκατ. ευρώ (+26,3%), κέρδη προ φόρων 12,975 εκατ. ευρώ (+43%) και μετά την πρόβλεψη για φόρους καθαρά κέρδη 8,24 εκατ. ευρώ (+26,3%). Τα κέρδη αυτά αντιπροσωπεύουν απόδοση των μέσων ιδίων κεφαλαίων της χρήσης 23,1% (19,9% το 2015).

Οι συνολικές πωλήσεις της μητρικής εταιρείας τη χρονική περίοδο 2005-2016, δηλαδή στο διάστημα των δώδεκα αυτών ετών, ανήλθαν σε 3,32 δισ. ευρώ. Οι πωλήσεις αυτές απέδωσαν συνολικά κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) 524,7 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 15,8% των πωλήσεων και το 22,6% του μέσου όρου των απασχολουμένων κεφαλαίων της περιόδου. Κατά την ίδια περίοδο, το συνολικό αποτέλεσμα της εταιρείας προ φόρων ήταν κέρδη 418,1 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 12,6% των πωλήσεων και το 104,4% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της περιόδου. Τα κέρδη της μετά την πρόβλεψη για φόρους ήταν ύψους 284,8 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 8,6% των πωλήσεων και το 71,1% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της περιόδου. Τα προ αποσβέσεων και φόρων κέρδη της τη δωδεκαετία αυτή ήταν ύψους 453,7 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της μετά την πρόβλεψη για φόρους, η εταιρεία ήταν κερδοφόρος και τις δώδεκα εξεταζόμενες χρήσεις. Οι μεγαλύτερες πωλήσεις της, ύψους 376,9 εκατ. ευρώ, είχαν καταγραφεί το 2009. Τα μεγαλύτερα κέρδη της μετά τους φόρους, ύψους 51,5 εκατ. ευρώ, είχαν καταγραφεί το 2008. Οι πωλήσεις της το 2005 ήταν της τάξεως των 249,7 εκατ. ευρώ.

Ο εξοπλισμός της παρέχει στην εταιρεία τη δυνατότητα να παράγει ετησίως, μεταξύ άλλων μορφών και συσκευασιών φαρμάκων, περί τα 2 δισ. δισκία και τα 150 εκατ. κάψουλες, με λειτουργία των εργοστασίων σε μία βάρδια εργασίας.

Η επιχείρηση, η οποία ανήκει στην οικογένεια Παύλου Δ. Γιαννακόπουλου, λειτουργεί τρεις βιομηχανικές μονάδες στην Αττική (δυο στην Παλλήνη και μία στη Μεταμόρφωση) και μία στην Πάτρα. Συστάθηκε ως Α.Ε. το 1971, διαδεχόμενη οικογενειακή επιχείρηση φαρμάκων που λειτουργούσε στην Αθήνα από το 1924. Εδρεύει στη Νέα Ερυθραία Αττικής, στο ύψος του 18ου χλμ. της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας. Εχει πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Παύλο Δ. Γιαννακόπουλο και αντιπρόεδρους τον Δημ. Π. Γιαννακόπουλο και τον Κων. Γ. Παναγούλια της οικογένειας των ιδρυτών και μετόχων της. Είναι μέλος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας.

Σε ενοποιημένη βάση η ΒΙΑΝΕΞ τη δωδεκαετή χρονική περίοδο 2005-2016 πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 3,40 δισ. ευρώ, οι οποίες απέδωσαν καθαρά κέρδη 284 εκατ. ευρώ μετά την πρόβλεψη για φόρους και το μερίδιο των δικαιωμάτων μειοψηφίας.

Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των δραστηριοτήτων της στον τομέα της έρευνας για την παραγωγή νέων φαρμακευτικών προϊόντων, μετέχει με ποσοστό 50,67% στον αχαϊκό τεχνοβλαστό ELDRUG, προκειμένου να αναπτυχθούν καινοτομικά εργαστηριακά προϊόντα με αντιυπερτασική δράση και άλλες φαρμακευτικές ιδιότητες. Τα εν λόγω προϊόντα έχουν συντεθεί στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών από καταξιωμένους ερευνητές του και προστατεύονται με διεθνείς αιτήσεις ευρεσιτεχνίας. Το 2016 η εν λόγω εταιρεία, που εδρεύει στην Πάτρα και ιδρύθηκε το 2006, υλοποίησε ερευνητικό έργο που αφορά την ανάπτυξη μεθοδολογιών και την πραγματοποίηση πειραμάτων που σχετίζονται με τελικό προϊόν, εν δυνάμει σκεύασμα για χρήση του σε κλινικές μελέτες φάσης 1 για την ανοσοθεραπεία της σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Επίσης, η Βιανέξ από το 2000 ελέγχει κατά 99,99% την ιδρυθείσα το 1995 εταιρεία ΒΙΑΝ, η οποία έχει αντικείμενο τη διάθεση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων και από το 2014 ασχολείται και με τη διάθεση γενόσημων φαρμάκων.

Το 2016 ο όμιλος απασχόλησε, κατά μέσον όρο, 1.096 εργαζόμενους, έναντι 1.093 το 2015. Διέθεσε για μισθούς, ημερομίσθια και άλλες παροχές του διευθυντικού και εργατοϋπαλληλικού προσωπικού, καθώς και για ασφαλιστικές εισφορές και αποζημιώσεις 41,73 εκατ. ευρώ, έναντι 42,48 εκατ. ευρώ το 2015. Στη διοίκησή του διέθεσε για μισθούς και άλλες βραχυχρόνιες εργασιακές παροχές 1,69 εκατ. ευρώ, όπως και το 2015. Τα κέρδη του προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ανά εργαζόμενο ανήλθαν το 2016 σε 14.305 ευρώ, ενώ τα κέρδη του προ φόρων ανά εργαζόμενο έφτασαν τα 11.205 ευρώ.

Για το σύνολο της χρήσης 2017 ο όμιλος αναμένει επιδόσεις ανάλογες εκείνων του 2016.

Η απόδοση των μέσων πάγιων και κυκλοφοριακών περιουσιακών στοιχείων του στη διάρκεια της χρήσης 2016 σε κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ενισχύθηκε σε 10%, αντί 7,3% το 2015.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: ΒΙΑΝΕΞ

www.inr.gr, 13 Νοεμβρίου 2017























ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ                ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ                RSS