inr.gr


Ελληνική Βιομηχανία

Επενδύσεις ύψους 25 εκατ. ευρώ ολοκληρώνει η φαρμακοβιομηχανία Boehringer Ingelheim Ελλάς



Επενδύσεις ύψους 25 εκατ. ευρώ αναμένεται να ολοκληρώσει τις επόμενες εβδομάδες η Boehringer Ingelheim Ελλάς, κορυφαία ελληνική εξαγωγική φαρμακοβιομηχανία.

Οι επενδύσεις 25 εκατ. ευρώ αποτελούν συνέχεια επενδύσεων ύψους 10 εκατ. ευρώ και 6 εκατ. ευρώ που ολοκλήρωσε η επιχείρηση το 2016 και το 2015, αντιστοίχως, για την εγκατάσταση νέων γραμμών παραγωγής και την έναρξη παραγωγής νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων αντιμετώπισης του σακχαρώδους διαβήτη και της ιδιοπαθούς υπέρτασης, με σκοπό τη διάθεσή τους στη διεθνή αγορά. Η νέα επένδυση αφορά την προσθήκη νέου μηχανολογικού εξοπλισμού και την ανέγερση νέων κτιριακών εγκαταστάσεων στο εργοστάσιο της Boehringer Ingelheim Ελλάς στο Κορωπί Παιανίας, για την επέκταση του οποίου το 2016 αγοράστηκαν όμορα οικόπεδα 4.235 τ.μ.

H γερμανικών κεφαλαίων εταιρεία έχει εξελιχθεί, από ετών, στον μεγαλύτερο Ελληνα εξαγωγέα φαρμάκων και αποτελεί εξαίρεση του κανόνα που θέλει τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες του τομέα να διατηρούν μόνο εμπορικά παραρτήματα στη χώρα μας.

Η Boehringer Ingelheim Ελλάς ιδρύθηκε το 1966 και έλαβε την τρέχουσα νομική μορφή της τον Φεβρουάριο του 1973. Εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής, διαθέτει επιπρόσθετα γραφεία στη Θεσσαλονίκη και χρησιμοποιεί μισθωμένους αποθηκευτικούς χώρους στο Μαρκόπουλο και την Αργυρούπολη Αττικής. Οι βιομηχανικές μονάδες της στο Κορωπί Αττικής περιλαμβάνουν στεγασμένους χώρους 6.985 τ.μ., οι οποίοι αυξάνονται λόγω των επενδύσεων για επιπρόσθετες κτιριακές εγκαταστάσεις, σε οικόπεδο 50.135 τ.μ. Είναι κατά 100% θυγατρική της γερμανικής εταιρείας Boehringer Ingelheim Auslandsbeteiligungs και οι οικονομικές καταστάσεις της ενοποιούνται σε αυτές της επίσης γερμανικής C. H. Boehringer Ingelheim Sohn AG & Co. Είναι μέλος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών.

Σύμφωνα με τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της για το 2016, που δημοσιοποιήθηκαν από το ΓΕΜΗ προσφάτως, η εταιρεία το έτος αυτό παρουσίασε μείωση πωλήσεων για τρίτο διαδοχικό, λόγω συμπίεσης των εξαγωγών της. Ωστόσο, επανήλθε σε θετικά τελικά οικονομικά αποτελέσματα, τα οποία το 2015 ήταν αρνητικά, κυρίως λόγω επιβάρυνσης των αποτελεσμάτων της με απομειώσεις περιουσιακών στοιχείων ύψους 6,9 εκατ. ευρώ, οι οποίες αφορούσαν ζημιές από καταστροφή εμπορευμάτων 4,5 εκατ. ευρώ, προϊόντων 1,8 εκατ. ευρώ και υλών και υλικών 0,6 εκατ. ευρώ, καθώς και λόγω φόρων και τελών προηγούμενων χρήσεων

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον 43ο ισολογισμό της, τα έσοδά της το 2016 περιορίστηκαν σε 226,83 εκατ. ευρώ, από 235,47 εκατ. περίπου ευρώ την προηγούμενη χρήση, παρουσιάζοντας μείωση 3,7% σε ποσοστό ή 8,64 εκατ. ευρώ σε αξία. Το 60,4% των εσόδων της (137,03 εκατ. ευρώ) προήλθε από την παραγωγή και διάθεση προϊόντων της και το υπόλοιπο 39,6% (89,81 εκατ. ευρώ) από εμπορικές δραστηριότητές της για τη διάθεση, κυρίως, προϊόντων της μητρικής της εταιρείας στην εγχώρια αγορά. Λόγω μειωμένου όγκου εμπορευμάτων, οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 12,5% σε 114,12 εκατ. ευρώ (-16,24 εκατ. ευρώ), αποτελώντας το 50,3% των εσόδων, ενώ οι εγχώριες πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 7,2% σε 112,71 εκατ. ευρώ (+7,60 εκατ. ευρώ) και αποτέλεσαν το 49,7% των εσόδων.

Τα έσοδα από πωλήσεις σε συνδεδεμένα μέρη, δηλαδή προς κάποιες από τις 145 θυγατρικές του γερμανικού ομίλου, μαζί με έσοδα για την παροχή υπηρεσιών, ανήλθαν σε 168,49 εκατ. ευρώ.

Η αξία των εξαγωγών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν 109,50 εκατ. ευρώ, ενώ η αξία των εξαγωγών σε τρίτες χώρες 4,62 εκατ. ευρώ. Στην εγχώρια αγορά το 29% των πωλήσεων (32,69 εκατ. ευρώ) αφορούσε αμιγώς προϊόντα και το υπόλοιπο 71% (80,02 εκατ. ευρώ) εμπορεύματα.

Η επιχείρηση συμπίεσε κατά 3,4 εκατοστιαίες μονάδες το μεικτό της περιθώριο, γεγονός που οδήγησε τα μεικτά κέρδη στο επίπεδο των 14,10 εκατ. ευρώ έναντι μεικτών κερδών 22,65 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν (-37,8% ή -8,55 εκατ. ευρώ). Το μεικτό περιθώριο μειώθηκε σε 6,2%, από 9,6% το 2014, εξέλιξη που αντισταθμίστηκε από μεγάλου ύψους λοιπά έσοδα εκμετάλλευσης που εισέρρευσαν από τη μητρική γερμανική εταιρεία ως ανταμοιβή για την παροχή υπηρεσιών μάρκετινγκ της ελληνικής εταιρείας στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά, αλλά και από τη συμπίεση των δαπανών διάθεσης και διοίκησης και, κυρίως, την απουσία υψηλών έκτακτων επιβαρύνσεων.

Τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) της Boehringer Ingelheim Ελλάς το 2016 ανήλθαν, για τους προαναφερθέντες λόγους, σε 7,91 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 3,5% των εσόδων, αντί 1,49 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν (0,6% των εσόδων), αυξημένα κατά 431,5% (+6,42 εκατ. ευρώ).

Η χρήση επιβαρύνθηκε με αποσβέσεις 3,24 εκατ. ευρώ (3,67 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και χρεωστικούς τόκους και συναφή χρηματοοικονομικά έξοδα 1,84 εκατ. ευρώ (0,81 εκατ. ευρώ και έναν χρόνο πριν).

Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στην καταγραφή κερδών προ φόρων ύψους 2,835 εκατ. ευρώ (ζημιές 2,99 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα) και μετά την πρόβλεψη για φόρους κερδών 0,79 εκατ. ευρώ (ζημιές 4,345 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα). Το αποτέλεσμα προ φόρων και αποσβέσεων ήταν κέρδη ύψους 6,08 εκατ. ευρώ.

Η απόδοση των μέσων πάγιων και κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας στη διάρκεια της χρήσης 2016 σε κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) διαμορφώθηκε σε 3,7%, έναντι 0,7% τη χρήση 2015, ενώ το συνολικό ενεργητικό της στο τέλος της χρήσης ήταν ύψους 218,075 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 7,8%, λόγω σημαντικής διεύρυνσης των πάγιων στοιχείων του.

Για δεύτερη φορά η επιχείρηση συνέταξε τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της βάσει των ελληνικών λογιστικών προτύπων του ν. 2308/2014. Συγχρόνως, προχώρησε σε επαναταξινομήσεις κονδυλίων της προηγούμενης χρήσης, που δεν επηρέασαν τα τελικά αποτελέσματά της.

Τα ίδια κεφάλαιά της στις 31.12.2016 ανέρχονταν σε 27,03 εκατ. ευρώ (26,06 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και αντιστοιχούσαν στο 12,4% (12,9% έναν χρόνο νωρίτερα) του συνόλου των απασχολουμένων σε αυτή κεφαλαίων.

Στις 31.12.2016 η εταιρεία είχε δανειακές υποχρεώσεις μόνο προς συνδεδεμένη της εταιρεία, ύψους 17,25 εκατ. ευρώ (11,50 εκατ. ευρώ στις 31.12.2015), αυξημένες σε ετήσια βάση κατά 50%. Παρουσίαζε αρνητικό κεφάλαιο κίνησης, δεδομένου ότι η αξία του κυκλοφορούντος ενεργητικού της (174,76 εκατ. ευρώ) ήταν κατά 11,50 εκατ. ευρώ μικρότερη της αξίας των πάσης φύσεως βραχυπρόθεσμων, απαιτητών εντός του επόμενου δωδεκαμήνου υποχρεώσεών της (186,26 εκατ. ευρώ), εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος ήταν οφειλές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Τα ταμειακά της διαθέσιμα ήταν ύψους 1,69 εκατ. ευρώ (3,33 εκατ. ευρώ στις 31.12.2014). Είχε απαιτήσεις μεγάλου ύψους από συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Οι συνολικές υποχρεώσεις και προβλέψεις της είχαν αυξηθεί σε ετήσια βάση κατά 8,4% (+14,84 εκατ. ευρώ), ανέρχονταν σε 191,04 εκατ. ευρώ και ήταν σε ποσοστό 97,5% βραχυπρόθεσμες.

Τα αναπόσβεστα ενσώματα πάγια στοιχεία της στις 31.12.2016 ήταν ύψους 23,34 εκατ. ευρώ, έναντι 21,96 εκατ. ευρώ στις 31.12.2015, ενώ η αξία των προκαταβολών και μη κυκλοφορούντων στοιχείων υπό κατασκευή, στο πλαίσιο των νέων επενδύσεων, ανερχόταν σε 19,14 εκατ. ευρώ (8,03 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν). Η καταβληθείσα ετήσια δαπάνη για την αγορά παγίων ήταν 15,70 εκατ. ευρώ (4,21 εκατ. ευρώ το 2015). Στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις της περιλαμβανόταν προς απόσβεση υπόλοιπο κρατικών ενισχύσεων 0,76 εκατ. ευρώ, από προγενέστερες επιχορηγήσεις για την απόκτηση παγίων στοιχείων.

Οι συνολικές πωλήσεις της φαρμακευτικής βιομηχανίας BOEHRINGER INGELHEIM ΕΛΛΑΣ τη χρονική περίοδο 2005-2016, δηλαδή στο διάστημα των δώδεκα αυτών ετών, ανήλθαν σε 3,09 δισ. ευρώ. Τα συνολικά αποτελέσματά της προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ήταν κέρδη της τάξεως των 159,7 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 5,2% των πωλήσεων και το 8,5% του μέσου όρου των απασχολουμένων κεφαλαίων. Κατά την ίδια περίοδο, το συνολικό αποτέλεσμα της εταιρείας προ φόρων ήταν κέρδη 102,1 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 3,3% των πωλήσεων και το 27,8% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων. Το αποτέλεσμα μετά την πρόβλεψη για φόρους και την επιβάρυνση από διαφορές φορολογικού ελέγχου ήταν κέρδη 49,7 εκατ. ευρώ, ίσα προς το 1,6% των πωλήσεων και το 13,6% του μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων. Τα συνολικά κέρδη της προ φόρων και αποσβέσεων τα 12 αυτά χρόνια ήταν ύψους 129,8 εκατ. ευρώ.

Με κριτήριο τα αποτελέσματά της μετά την πρόβλεψη για φόρους η εταιρεία ήταν κερδοφόρος τις εννέα από τις δώδεκα εξεταζόμενες χρήσεις. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, τις μεγαλύτερες πωλήσεις, ύψους 328,9 εκατ. ευρώ και 298,8 εκατ. ευρώ, αντιστοίχως, κατέγραψε το 2005 και το 2013. Τα μεγαλύτερα κέρδη μετά την πρόβλεψη για φόρους, ύψους 11 εκατ. ευρώ, κατέγραψε το 2007.

Οι φορολογικές υποχρεώσεις της έχουν εξεταστεί από τις φορολογικές αρχές μέχρι και τη χρήση 2009.

Δηλώνει σταθερά προσανατολισμένη στην ανάπτυξη των βιομηχανικών δραστηριοτήτων της και υλοποιεί, συγχρόνως, κλινικές δοκιμές για τη βελτίωση των υφιστάμενων θεραπειών, σε συνεργασία με τη μητρική της εταιρεία. Στην ελληνική αγορά είναι ιδιαιτέρως ισχυρή στις κατηγορίες των καρδιολογικών και των αναπνευστικών φαρμάκων, όπου αντιμετωπίζει αυξανόμενο ανταγωνισμό.

Εχει πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Δημ. Κ. Αναγνωστάκη και οικονομικό διευθυντή τον Παν. Σ. Τζελέφα. Το 2016 απασχόλησε, κατά μέσον όρο, 312 εργαζόμενους, έναντι 299 το 2015. Διέθεσε για μισθούς και ημερομίσθια του υψηλόβαθμου διευθυντικού και διοικητικού καθώς και του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού και για συναφείς παροχές, ασφαλιστικές εισφορές και αποζημιώσεις 20,40 εκατ. ευρώ, έναντι 19,17 εκατ. ευρώ το 2015. Τα κέρδη της προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) τη χρήση 2016 αντιστοιχούσαν σε 25.360 περίπου ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ τα κέρδη της προ φόρων ήταν ίσα προς 9.085 περίπου ευρώ ανά εργαζόμενο.

Για τη χρήση 2017 η επιχείρηση ανέμενε ότι οι πωλήσεις της θα σημειώσουν αύξηση της τάξεως του 5%, λόγω ενίσχυσης της εξαγωγικής δραστηριότητας, βελτίωσης της αποτελεσματικότητας του εργοστασίου της, επιτυχούς εισαγωγής στην ελληνική αγορά νέων ογκολογικών φαρμάκων και φαρμάκων για το αναπνευστικό σύστημα, μεγαλύτερης αποδοχής των φαρμάκων της για τον σακχαρώδη διαβήτη και διατήρησης του σημαντικού μεριδίου της στην ελληνική αγορά καρδιολογικών και αναπνευστικών φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ως μεγαλύτερους κινδύνους θεωρούσε, μεταξύ άλλων, την αύξηση του ανταγωνισμού και την επίσημη τάση προώθησης γενόσημων φαρμάκων, τον πιστωτικό κίνδυνο από τις πωλήσεις σε φαρμακεία και φαρμακαποθήκες λόγω μειωμένης χρηματοδότησης της ιδιωτικής αγοράς από τον ΕΟΠΥΥ, την τάση μείωσης των τιμών των φαρμάκων και τη μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης της Υγείας.

Εκτιμά ότι, λόγω των επενδύσεων που ολοκληρώνει για τη διεύρυνση της παραγωγικής της δυναμικότητας με σκοπό την εξαγωγή περισσότερων φαρμάκων, μέσα στην επόμενη πενταετία ένα στα δυο εξαγόμενα φάρμακα ελληνικής παραγωγής θα προέρχεται από το εργοστάσιό της.

Βάσει της συμφωνίας που είχε υπογράψει η μητρική της εταιρεία με την ομοειδή γαλλογερμανική εταιρεία Sanofi για τις διεθνείς δραστηριότητές τους, τον Ιανουάριο του 2017 μεταβίβασε στη Sanofi Ελλάδος τον τομέα Consumer Health Care, αναλαμβάνοντας για εννέα μήνες τη διανομή των προϊόντων του τομέα που παραχώρησε. Για την πώληση εισέπραξε τίμημα 12,60 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 8,45 εκατ. ευρώ αφορούσαν έτοιμα προϊόντα και εμπορεύματα.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: BOEHRINGER INGELHEIM ΕΛΛΑΣ

www.inr.gr, 30 Μαρτίου 2018























ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ                ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ                RSS