inr.gr


Ελληνική Βιομηχανία

Η βιομηχανία τσιμέντων Ηρακλής συρρικνώνει τα λειτουργικά κόστη της



Συγκρατημένη δηλώνει η τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ Ηρακλής, όσον αφορά την εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών της το 2018, καθώς αδυνατεί, όπως φαίνεται, να εξασφαλίσει σημαντική ανάκαμψη των εξαγωγών της, παρά το γεγονός ότι ανήκει στον ισχυρότερο όμιλο του τομέα της παγκοσμίως.

Το 2017 η επιχείρηση δεν μπόρεσε να συνεχίσει να ενισχύει το μερίδιό της στην ελληνική αγορά τσιμέντου, όπως το 2016. Ωστόσο, περιόρισε τις ζημιές της προ φόρων και μετά φόρων και παρουσίασε στην αγορά τον τύπο τσιμέντου «Heracles Ενισχυμένο» σε συσκευασία 25 kg. Συνέχισε να μειώνει το προσωπικό της.

Η ΑΓΕΤ Ηρακλής, που ελέγχεται 100% πλέον από την εδρεύουσα στην Ελβετία γαλλοελβετική, μεγαλύτερη βιομηχανία τσιμέντου παγκοσμίως LafargeHolcim, μέσω της γερμανικής θυγατρικής αυτής Holcim Auslandbeteiligungs, δηλώνει ότι «έχει λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα διασφάλισης, ώστε να εξασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας των μονάδων της στην Ελλάδα». Παρά τις ζημιές της προ φόρων και μετά φόρων, κατέγραψε θετικές ταμειακές ροές από τις λειτουργικές της δραστηριότητες, ύψους 5,85 εκατ. ευρώ (9,11 εκατ. ευρώ το 2016).

Οι πωλήσεις της εταιρείας το 2017, σύμφωνα με τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, περιορίστηκαν σε 212,66 εκατ. ευρώ, μειωμένες σε σύγκριση με εκείνες του 2016 (235,59 εκατ. ευρώ) κατά 9,7% (-22,92 εκατ. ευρώ), λόγω μειωμένου όγκου πωλήσεων τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στη διεθνή αγορά. Οι πωλήσεις της προήλθαν κατά 125,73 εκατ. ευρώ από την ελληνική αγορά (59,1% των συνολικών), 71,79 εκατ. ευρώ από πωλήσεις προϊόντων σε συγγενικές επιχειρήσεις στην Ελβετία (33,8%) και 19,34 εκατ. ευρώ από πωλήσεις σε άλλες χώρες (9,1%). Σε σύγκριση με το 2016 οι πωλήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 8,3% (-11,32 εκατ. ευρώ), στην Ελβετία μειώθηκαν κατά 7,9% (-6,15 εκατ. ευρώ) και σε λοιπές χώρες μειώθηκαν κατά 26,5% (-5,45 εκατ. ευρώ). Αρνητικά επέδρασε στην εξαγωγική της δραστηριότητα η μεταβολή της ισοτιμίας ευρώ-δολαρίου ΗΠΑ.

Το 95,8% των εσόδων της (203,75 εκατ. ευρώ) προήλθε από τις βιομηχανικές δραστηριότητές της, 2,8% (6,03 εκατ. ευρώ) από εμπορικές και το υπόλοιπο 1,4% (2,89 εκατ. ευρώ) από παροχή υπηρεσιών. Επίσης, το 6,2% των πωλήσεών της (13,20 εκατ. ευρώ) προήλθε από τη διάθεση τσιμέντου στη θυγατρική της εταιρεία έτοιμου σκυροδέματος και αδρανών υλικών Lafarge Beton και το 33,3% των πωλήσεών της (70,76 εκατ. ευρώ) προήλθε από τη διάθεση τσιμέντου στη συνδεδεμένη ελβετική εταιρεία LH Trading.

Τα μεικτά κέρδη της, λόγω της αναδιοργάνωσης της παραγωγικής δομής της και παράλληλης μείωσης του κόστους παραγωγής, ενισχύθηκαν κατά 71% σε 17,68 εκατ. ευρώ (+7,34 εκατ. ευρώ), καθώς ο συντελεστής του μεικτού κέρδους της αυξήθηκε κατά 3,9 εκατοστιαίες μονάδες (στο 8,3%, από 4,4% το 2016).

Τα αποτελέσματά της προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBΙTDA) διαμορφώθηκαν σε κέρδη σχεδόν 14,36 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 7 εκατ. περίπου ευρώ το 2016 (+105% ή +7,35 εκατ. ευρώ).

Οι δαπάνες διάθεσης και διοικητικής λειτουργίας (24,20 εκατ. ευρώ) αυξήθηκαν κατά 21,4%. Συγχρόνως, όμως, ο λογαριασμός έκτακτων εσόδων/εξόδων, που αφορά κυρίως κόστη αναδιάρθρωσης, ενισχύθηκε κατά 5,83 εκατ. ευρώ (+0,69 εκατ. ευρώ το 2017, έναντι -5,14 εκατ. ευρώ το 2016).

Τα τελικά αποτελέσματα της βιομηχανίας επιβαρύνθηκαν με αποσβέσεις 20,19 εκατ. ευρώ (21,73 εκατ. ευρώ το 2016) και χρεωστικούς τόκους και συναφή χρηματοοικονομικά έξοδα 4,62 εκατ. ευρώ (4,29 εκατ. ευρώ το 2016).

Επίσης, επιβαρύνθηκαν με κόστος παροχών τερματισμού απασχόλησης, λόγω αναδιοργάνωσης.

Συγχρόνως, η επιχείρηση ωφελήθηκε από εκποίηση παγίων.

Κατόπιν αυτών, η ΑΓΕΤ Ηρακλής κατέγραψε το 2017 ζημιές προ φόρων 8,14 εκατ. ευρώ (18,89 εκατ. ευρώ το 2016), μειωμένες σε ετήσια βάση κατά 56,9% (+10,74 εκατ. ευρώ). Οι ζημιές της μετά τον συνυπολογισμό της αναβαλλόμενης φορολογίας διαμορφώθηκαν το 2017 σε 11,935 εκατ. ευρώ (19,10 εκατ. ευρώ το 2016), μειωμένες σε ετήσια βάση κατά 37,5% (+7,17 εκατ. ευρώ).

Το αποτέλεσμά της προ φόρων και αποσβέσεων ήταν κέρδη 12,05 εκατ. ευρώ (2,84 εκατ. ευρώ το 2016).

Τα αποτελέσματα αυτά, όπως και εκείνα της χρήσης 2016, προκύπτουν από την εφαρμογή των διεθνών λογιστικών προτύπων.

Τα ίδια κεφάλαιά της εταιρείας στις 31.12.2017 συμπεριελάμβαναν αφορολόγητα αποθεματικά επενδυτικών νόμων 125,55 εκατ. ευρώ, είχαν μειωθεί σε 272,05 εκατ. ευρώ (283,78 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και ήταν ίσα προς το 53,6% (54,5% έναν χρόνο νωρίτερα) του συνόλου των απασχολουμένων σε αυτή κεφαλαίων, ύψους 507,81 εκατ. ευρώ (521,09 εκατ. ευρώ).

Ο δανεισμός της τσιμεντοβιομηχανίας, από συνδεδεμένη εταιρεία του εξωτερικού, στις 31.12.2017 ήταν μειωμένος κατά 5,3%, ανερχόταν σε 99,40 εκατ. ευρώ (105 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και ήταν σε ποσοστό 53,3% μακροπρόθεσμος. Το κεφάλαιο κίνησής της παρέμεινε αρνητικό, καθώς η αξία του κυκλοφορούντος ενεργητικού της (123,58 εκατ. ευρώ) ήταν κατά 36,37 εκατ. ευρώ μικρότερη από την αξία των πάσης φύσεως βραχυπρόθεσμων, απαιτητών εντός του 2018 υποχρεώσεών της (147,83 εκατ. ευρώ), μεγάλο μέρος των οποίων, όμως, αφορά ενδοομιλικές συναλλαγές. Τα ταμειακά της διαθέσιμα και ισοδύναμα στις 31.12.2017 ανέρχονταν σε 19,34 εκατ. ευρώ (15,83 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν). Οι πάσης φύσεως συνολικές υποχρεώσεις και προβλέψεις της μειώθηκαν κατά 0,7% (-1,56 εκατ. ευρώ) στο επίπεδο των 235,75 εκατ. ευρώ.

Η αναπόσβεστη αξία των ενσώματων παγίων της στις 31.12.2017 ανερχόταν σε 214,51 εκατ. ευρώ, έναντι 236,37 εκατ. ευρώ στις 31.12.2016. Στη διάρκεια του 2017 η επιχείρηση δαπάνησε για πάγιες επενδύσεις 5,84 εκατ. ευρώ, έναντι 7,07 εκατ. ευρώ το 2016. Η αξία των συμμετοχών της σε τρίτες επιχειρήσεις και, κυρίως, στη θυγατρική της Lafarge Beton, διαμορφώθηκε σε 109,44 εκατ. ευρώ. Τον Ιούλιο του 2018, εξάλλου, ολοκλήρωσε την απορρόφηση της σχεδόν ανενεργού θυγατρικής ΕΒΙΕΣΚ.

Οι εργαζόμενοι στην ΑΓΕΤ Ηρακλής στα τέλη του 2017 είχαν περιοριστεί σε 511, έναντι 562 στα τέλη του 2016 (-9,1%). Η επιχείρηση επιβάρυνε τα αποτελέσματά της το 2017 με αμοιβές και παροχές του διευθυντικού και εργατοϋπαλληλικού προσωπικού της, καθώς και με ασφαλιστικές εισφορές, αποζημιώσεις και προβλέψεις αποζημιώσεων συνολικού ύψους 35,92 εκατ. ευρώ, έναντι 41,87 εκατ. ευρώ το 2016. Διέθεσε για αμοιβές και αποζημιώσεις διοικητικών στελεχών 2,40 εκατ. ευρώ, έναντι 2,46 εκατ. ευρώ το 2016. Εχει πρόεδρο τον Παν. Αθανασόπουλο και αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Δημ. Χανή.

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1911. Εδρεύει στο ύψος του 19ου χλμ. της οδού Μαρκοπούλου-Παιανίας στην Παιανία Αττικής, διαθέτει υποκατάστημα στη Λυκόβρυση Αττικής και διατηρεί εγκαταστάσεις διανομής στους νομούς Αττικής, Θεσσαλονίκης, Αχαΐας, Καβάλας, Ηρακλείου και Θεσπρωτίας. Ακόμη, πέραν των εργοστασίων της και των θυγατρικών της, είναι ιδιοκτήτης λατομείου αδρανών υλικών στον Πλάτανο Αλμυρού Μαγνησίας. Είναι μέλος των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, καθώς και των Επιμελητηρίων Μαγνησίας, Αχαΐας, Ηρακλείου, Εύβοιας και Θεσπρωτίας. Συμμετείχε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, από το οποίο αποχώρησε το 2016 κατόπιν απόκτησης του συνόλου των μετοχών της από τη γαλλική εταιρεία Lafarge Cementos του γαλλοελβετικού ομίλου LafargeHolcim.

Δηλώνει ότι το 2017 εξασφάλισε περαιτέρω μείωση του σταθερού κυρίως κόστους λειτουργίας της και εξακολουθεί να μεταβάλλει την ενεργειακή τροφοδοσία των εργοστασίων της, εξασφαλίζοντας σχετικές άδειες. Σ' αυτό που έχει στο Μηλάκι Εύβοιας συνέχισε το 2017 την καύση RDF και λυματολάσπης, ενώ για το μεγαλύτερο εργοστάσιό της στην Αγριά Βόλου Μαγνησίας, όπου εισήγαγε τη χρήση RDF και βιομάζας ως εναλλακτικών καυσίμων, το 2017 εξασφάλισε τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων της λειτουργίας του, αποκτώντας μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα παραλαβής RDF με πλοία στο λιμάνι του εργοστασίου της.

Σε λειτουργικό επίπεδο συνεχίζει να επικεντρώνεται, όπως αναφέρει, στον ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό του λειτουργικού κόστους και τη βελτιστοποίηση των παραγωγικών, εφοδιαστικών και διοικητικών λειτουργιών της, μέσω και της μείωσης του προσωπικού της.

Συγχρόνως, συνεχίζει, όπως αναφέρει, την «αδιάκοπη προσπάθεια εξεύρεσης νέων αγορών στο εξωτερικό και παραγωγής καινοτομικών προϊόντων, προκειμένου να αντισταθμίσει μερικώς τις συνέπειες από την έλλειψη ρευστότητας και του εκτιμώμενου χαμηλού επιπέδου ζήτησης δομικών υλικών στην εγχώρια αγορά».

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ

www.inr.gr, 17 Οκτωβρίου 2018























ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ                ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ                RSS