inr.gr


Ελληνική Βιομηχανία

Επανήλθε σε κερδοφόρα αποτελέσματα η βιομηχανία φαρμάκων Φαμάρ το 2017



Εσοδα άνω των 125 εκατ. ευρώ και κέρδη ξανά, μετά τις υψηλές ζημιές που είχε παρουσιάσει το 2016 λόγω απομειώσεων ενεργητικού, κατέγραψε το 2017 η εταιρεία Φαμάρ.

Η επιχείρηση αποτελεί τη μεγαλύτερη ελληνική φαρμακοβιομηχανία με κριτήριο τον όγκο παραγωγής. Είχε ιδρυθεί από την οικογένεια Μαρινόπουλου και ελέγχεται πλέον από μεγάλες ελληνικές τράπεζες, λόγω οφειλών. Μετεξελίχθηκε από φαρμακείο σε βιομηχανία φαρμάκων και έλαβε την τρέχουσα νομική μορφή και ταυτότητά της τον Οκτώβριο του 2000, στο πλαίσιο οργανωτικής και εταιρικής αναδιάταξης των δραστηριοτήτων του ομίλου Famar του Λουξεμβούργου στη διεθνή αγορά φαρμάκων και καλλυντικών.

Σύμφωνα με τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, η επιχείρηση το 2017 παρουσίασε αύξηση των εσόδων της (+4,6%) στο επίπεδο των 125,63 εκατ. ευρώ, καθώς και των μεικτών κερδών της (+4,3%) στο επίπεδο των 40,43 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με το 2016. Ο συντελεστής του μεικτού κέρδους της μειώθηκε οριακά (-0,3%).

Παρουσίασε κέρδη προ φόρων ύψους 6,87 εκατ. ευρώ, έναντι ζημιών προ φόρων 12,84 εκατ. ευρώ το 2016 (+19,71 εκατ. ευρώ), όταν τα αποτελέσματά της είχαν επιβαρυνθεί με πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων από συνδεδεμένα μέρη της τάξεως των 3 εκατ. ευρώ, απομείωση ακινήτου 5,60 εκατ. ευρώ και απομείωση συμμετοχών 10 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη της μετά την πρόβλεψη για φόρους το 2017 ανήλθαν σε 4,85 εκατ. ευρώ, έναντι αντίστοιχων ζημιών 16,35 εκατ. ευρώ το 2016 (+21,20 εκατ. ευρώ).

Τα τελικά αποτελέσματά της επιβαρύνθηκαν, εκτός από αποσβέσεις το ύψος των οποίων δεν είναι γνωστό, με χρεωστικούς τόκους και συναφή χρηματοοικονομικά έξοδα 3,19 εκατ. ευρώ (3,18 εκατ. ευρώ το 2016).

Η επιχείρηση, που είχε πρόεδρο τον Σ. Ι. Μαρινόπουλο και αντιπρόεδρο τον Π. Δ. Μαρινόπουλο, την τριετία 2013-2015 είχε διανείμει στους μετόχους της μερίσματα συνολικού ύψους 16,8 εκατ. ευρώ. Καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου της έχει αναλάβει, από το 2017, ο Κων. Μ. Ρεγγής, ενώ την προεδρία ασκεί, ως εκπρόσωπος της διεθνούς εταιρείας Famar Societe Anonyme Et D' Administration D' Enterprises Pharmaceutiques του Λουξεμβούργου, η Catherine Kalopissis.

Παράγει και διακινεί φάρμακα και καλλυντικά για λογαριασμό τρίτων εταιρειών, οι οποίες τα διαθέτουν στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά. Ο κύκλος εργασιών της αντιστοιχεί σε αμοιβές που καταβάλλουν τρίτες, πολυεθνικές κυρίως εταιρείες για την παραγωγή και διακίνηση προϊόντων, εκ μέρους της ΦΑΜΑΡ, για λογαριασμό τους.

Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της ενοποιούνται σε αυτές της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο εταιρείας Famar, η οποία κατείχε το σύνολο των μετοχών της από κοινού με την επίσης λουξεμβουργιανή θυγατρική της Famar Holding και έως πρόσφατα είχε υπό τον έλεγχό της συνολικά 11 εργοστάσια φαρμάκων και καλλυντικών σε ευρωπαϊκές χώρες, με 2.900 εργαζόμενους και ετήσιο όγκο παραγωγής της τάξεως των 700 εκατ. συσκευασιών φαρμάκων και καλλυντικών. Με τη σειρά τους, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Famar του Λουξεμβούργου ενοποιούνται σε αυτές της λουξεμβουργιανής Marinopoulos Holding και τελικά σε αυτές της κυπριακής εταιρείας χαρτοφυλακίου Marinopoulos Holding Cyprus.

Κατά τη διάρκεια του 2016 ο όμιλος δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει ορισμένα από τα προαπαιτούμενα συμφωνίας δανειακής διευκόλυνσης που είχε υπογραφεί το 2014. Ωστόσο, το ίδιο έτος πέτυχε την παροχή πρόσθετων δανείων 10 εκατ. ευρώ και επιπλέον 40 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο του 2017, στη βάση επαναδιατύπωσης της αρχικής συμφωνίας, με πρόβλεψη χρηματοδότησής του έως το 2021. Από τις 7 Μαρτίου 2017 οι μετοχές και ο έλεγχος της Famar μεταβιβάστηκαν στις τράπεζες Alpha, Eurobank, Εθνική και Πειραιώς.

Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα της ελληνικής Φαμάρ στις 31.12.2017 ανέρχονταν σε 4,20 εκατ. ευρώ (5,38 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα). Το κυκλοφορούν ενεργητικό της (49,03 εκατ. ευρώ) ήταν κατά 12,06 εκατ. ευρώ μεγαλύτερο από τις βραχυπρόθεσμες, απαιτητές εντός του 2018 υποχρεώσεις της (36,97 εκατ. ευρώ), αντανακλώντας ενισχυμένη ρευστότητα. Οι δανειακές υποχρεώσεις της το 2017 αυξήθηκαν κατά 8,8% (+3,17 εκατ. ευρώ), ανέρχονταν σε 39,16 εκατ. ευρώ και ήταν κατά 91,7% μακροπρόθεσμες. Οι πάσης φύσεως συνολικές υποχρεώσεις και προβλέψεις της ανήλθαν σε 95,71 εκατ. ευρώ, αυξημένες σε ετήσια βάση κατά 1% (+0,96 εκατ. ευρώ).

Επίσης, στις 31.12.2017 τα ίδια κεφάλαιά της είχαν ανέλθει σε 21,63 εκατ. ευρώ (16,53 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν) και αντιστοιχούσαν στο 18,4% (14,9% έναν χρόνο νωρίτερα) του συνόλου των απασχολουμένων σε αυτή κεφαλαίων, ύψους 117,34 εκατ. ευρώ (111,27 εκατ. ευρώ στις 31.12.2016).

Τα ενσώματα αναπόσβεστα πάγια στοιχεία της, εξάλλου, ανέρχονταν σε 66,69 εκατ. ευρώ (65,54 εκατ. ευρώ στις 31.12.2016). Για επενδύσεις σε ενσώματα πάγια στοιχεία η επιχείρηση το 2017 διέθεσε 6,25 εκατ. ευρώ (3,29 εκατ. ευρώ το 2016). Στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις της περιλαμβάνονταν, προς απόσβεση, κρατικές και λοιπές επιχορηγήσεις ύψους 11,25 εκατ. ευρώ.

Η επιχείρηση απασχολεί περισσότερους από 1.100 εργαζόμενους. Οφείλει περί το 50% των εσόδων της σε πωλήσεις προϊόντων και υλικών και περί το 50% στην παροχή υπηρεσιών σε τρίτες εταιρείες.

Η διεθνής εταιρεία Famar συγκαταλεγόταν, έως πρόσφατα, στις πέντε μεγαλύτερες, διεθνώς, εταιρείες παραγωγής, αποθήκευσης και διανομής φαρμάκων και καλλυντικών για λογαριασμό τρίτων.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: ΦΑΜΑΡ

www.inr.gr, 1 Νοεμβρίου 2018























ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ                ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ                RSS